Οσο περισσότερα «μέτωπα» ανοίγει η Τουρκία, τόσο περισσότερο κινδυνεύει...

Θανάσης Αργυράκης 30-11-2020 19:12
Οσο περισσότερα «μέτωπα» ανοίγει η Τουρκία, τόσο περισσότερο κινδυνεύει...
Τα εσωτερικά μέτωπα του Ερντογάν, η εξωτερική πολιτική και η προσφυγή στον εθνικισμό ως το μόνο «καταφύγιο» για μια νίκη στις επόμενες εκλογές

Η Τουρκία κινδυνεύει από την «υπερεπέκτασή» της, και το άνοιγμα πολλών «μετώπων», παρατηρεί σε άρθρο του ο αναλυτής, Λουΐτζι Σκατζιέρι.

Το δημοσίευμα έγινε στον ιστότοπο του Κέντρου για την Ευρωπαϊκή Μεταρρύθμιση (Centre for European Reform), το οποίο θεωρείται ένα από τα σημαντικά ευρωπαϊκά think tank. Στη σύνθεσή του, εξάλλου, βρίσκονται γνωστές προσωπικότητες και αναλυτές.

Το άρθρο, ειδικότερα, επισημαίνει ότι τα τελευταία χρόνια, η τουρκική εξωτερική πολιτική ολοένα περισσότερο στρατιωτικοποιείται και γίνεται επιθετική, ενώ η Άγκυρα απομακρύνεται περισσότερο από τη Δύση.

Αναλυτικότερα:

- Η Τουρκία συμπεριφέρεται επιθετικά απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο στην Ανατολική Μεσόγειο.

- Η Άγκυρα, νωρίτερα φέτος, ενθάρρυνε χιλιάδες μετανάστες να προσπαθήσουν να περάσουν στην Ελλάδα.

- Η σχέση της Τουρκίας με τις ΗΠΑ έχει επιδεινωθεί σοβαρά εξαιτίας της υποστήριξης της Ουάσιγκτον προς τους Κούρδους της Συρίας και της αγοράς από την Άγκυρα του ρωσικού αμυντικού συστήματος S-400.

- Η Τουρκία έχει εμπλακεί σε πολλές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή.

Από το 2016, οι στρατιωτικές δυνάμεις έχουν πραγματοποιήσει αρκετές εισβολές στη Συρία.

- Η Τουρκία πρόσφατα εκνεύρισε τους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ παρέχοντας στο Αζερμπαϊτζάν πολιτική υποστήριξη, αεροσκάφη και μαχητές από τη Συρία, στον πόλεμο με την Αρμενία. Ετσι, εξασφάλισε την παρουσία της ως βασικού παίκτη στον Καύκασο.

- Η Τουρκία προσπαθεί να επεκτείνει την επιρροή της στην Αφρική.

Στην αρχή του 2020 ενεπλάκη στη σύγκρουση της Λιβύης, παρέχοντας στρατιωτική βοήθεια στην κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας (GNA) που αναγνωρίζεται από τον ΟΗΕ, στην Τρίπολη.

Ταυτόχρονα, προσπάθησε να ενισχύσει τους πολιτικούς και οικονομικούς δεσμούς με χώρες όπως η Αλγερία, ο Νίγηρας και η Τυνησία, καθώς και να δημιουργήσει στρατιωτική βάση στη Σομαλία.

Κατά τον Λουΐτζι Σκατζιέρι, η τουρκική εξωτερική πολιτική καθοδηγείται από έναν συνδυασμό τριών παραγόντων:

1. Ο πρώτος είναι η φιλοδοξία του προέδρου της, Ταγίπ Ερντογάν, να αναβιώσει την Τουρκία ως μείζονα περιφερειακή δύναμη.

Η φιλοδοξία αυτή τροφοδοτείται από τον εθνικισμό, ο οποίος είναι συχνά χρωματισμένος με τη θρησκεία, και στηρίζεται από την πεποίθηση ότι η παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων μετατοπίζεται μακριά από τη Δύση.

Υπό τον Ερντογάν, η Τουρκία επιδιώκει να αναδειχθεί σε ηγέτη του σουνιτικού κόσμου. 

Γι' αυτό υποστηρίζει τους στόχους της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, την παλαιστινιακή υπόθεση και εμφανίζεται να δίνει τη μάχη της υπεροχής έναντι του αντίπαλου στρατοπέδου των Εμιράτων (ΗΑΕ), της Αιγύπτου και της Σαουδικής Αραβίας.

2. Ο δεύτερος παράγοντας είναι η αίσθηση ανασφάλειας που δηλώνει ότι έχει από ένα περιφερειακό περιβάλλον που έχει γίνει πιο απειλητικό, εν μέρει βέβαια, εξαιτίας των ιδίων των πολιτικών της Άγκυρας.

Η σύγκρουση στη Συρία, με την εμφάνιση του ISIS στο κατώφλι της Τουρκίας, η ενίσχυση του κουρδικού στοιχείου και της κουρδικής πολιτοφυλακής, YPG, στη Συρία, κατά την Αγκυρα, υπονομεύουν την ασφάλεια της Τουρκίας.

Μάλιστα, η Αγκυρα πιστεύει ότι οι Δυτικοί σύμμαχοί της δεν λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τις ανησυχίες της.

Επιπλέον, το γεγονός ότι η Τουρκία γίνεται πιο επιθετική, ώθησε την Κύπρο, την Αίγυπτο, τη Γαλλία, την Ελλάδα και τα ΗΑΕ να δημιουργήσουν έναν de facto συνασπισμό, προκειμένου να ανασχέσουν τις τουρκικές ενέργειας. Μεταξύ των άλλων, αποκλείοντας την Τουρκία από την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της Ανατολικής Μεσογείου. Αυτό οδήγησε την Άγκυρα να αισθάνεται περιχαρακωμένη και την ώθησε να γίνει ακόμη πιο επιθετική.

3. Ο τρίτος παράγοντας που καθοδηγεί την τουρκική εξωτερική πολιτική είναι το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό.

Η στροφή της Άγκυρας προς μια πιο στρατιωτικοποιημένη πολιτική συμπίπτει με τη συμμαχία του Ερντογάν με το υπερεθνικιστικό κόμμα, MHP, και την αποτυχία της ειρηνευτικής διαδικασίας με το PKK, το 2015.

Ταυτόχρονα, με την οικονομία της Τουρκίας σε βαθιά κρίση, και την αυξανόμενη εσωτερική αντιπολίτευση προς την κυβέρνηση, η άσκηση μιας δυναμικής εξωτερικής πολιτικής έχει γίνει εργαλείο στα χέρια του Ερντογάν για να ενισχύσει τη δημοτικότητά του. Οι επιτυχίες της Τουρκίας στο εξωτερικό τροφοδοτούν ένα αίσθημα εθνικής υπερηφάνειας.

Εξάλλου, και η αντιπολίτευση δεν επικρίνει την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης. Χαρακτηριστικά, επικροτεί πλήρως την πολιτική της κυβέρνησης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Επίσης, η πιο «δυναμική» εξωτερική πολιτική της Τουρκίας τροφοδοτήθηκε και από την προθυμία του Ντόναλντ Τράμπ να συνάψει συμφωνίες με τον Ερντογάν.

Ειδικότερα, για την απομάκρυνση των αμερικανικών στρατευμάτων από τα σύνορα Συρίας - Τουρκίας, ώστε να επιτραπεί έτσι στην Τουρκία να επιτεθεί στο YPG, στη Συρία, τον Οκτώβριο του 2019.

Ακόμα, ο Τράμπ επέδειξε αυτοσυγκράτηση στην τιμωρία της Τουρκίας για την αγορά του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος, S-400, ανθιστάμενος στην πίεση από το Κογκρέσο να της επιβάλλει οικονομικές κυρώσεις.

Ταυτόχρονα, η μη εμπλοκή των ΗΠΑ, υπό τον Τράμπ, στη Μέση Ανατολή, επέτρεψε την κλιμάκωση του ανταγωνισμού μεταξύ της Τουρκίας και των περιφερειακών αντιπάλων της.

Ελληνοτουρκικά και S-400

Σύμφωνα με την ανάλυση του Centre for European Reform, «ο φόβος της οικονομικής κατάρρευσης της Τουρκίας, σε συνδυασμό με τον COVID-19, την πίεση από τις ΗΠΑ και την ΕΕ, καθώς και τις ανησυχίες για μια αντιπαράθεση με τη Ρωσία, θα μπορούσαν να ωθήσουν την Άγκυρα σε μια λιγότερο συγκρουσιακή στάση απέναντι στη Δύση».

Εξάλλου, όπως υποστηρίζει ο αναλυτής, «ο Ερντογάν είναι αρκετά πραγματιστής, ώστε να προσαρμόζει την πορεία του για να αποφύγει μια καταστροφική έκβαση των εξελίξεων. Κάτι που φαίνεται από την απόφασή του, στις αρχές Νοεμβρίου, να αντικαταστήσει τον υπουργό Οικονομικών και τον διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Τουρκίας, καθώς και να υϊοθετήσει τη ρητορική για την ανάγκη μεταρρυθμίσεων, προκειμένου να αποτραπεί η προοπτική της πλήρους οικονομικής κρίσης».

Σε αυτό το πλαίσιο, όπως εκτιμά ο αναλυτής, «ο Erdoğan μπορεί να αποφασίσει να τερματίσει τις ναυτικές επιχειρήσεις που έχουν στόχο την Ελλάδα και την Κύπρο, αλλά και να επιδιώξει συμβιβασμό με την Ουάσινγκτον (να μην αναπτύξει τους S-400), εάν πιστεύει ότι είναι απαραίτητο να πράξει έτσι».

Υπερεπέκταση

Παρά ταύτα, εκτιμάται ότι «η πορεία της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής είναι απίθανο να αλλάξει σημαντικά, διότι ο Ερντογάν δεν θα εγκαταλείψει τη φιλοδοξία του να κάνει την Τουρκία μια μεγάλη δύναμη. Ετσι, θα συνεχίσει να προωθεί τα σχέδια επιρροής στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική, ακόμη κι' αν μειώσει τις εντάσεις με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ».

Επιπλέον, σημειώνει ο αναλυτής, ο Ερντογάν «έχει χάσει πολλούς μετριοπαθείς ψηφοφόρους τα τελευταία χρόνια, και είναι απίθανο να τους ξανακερδίσει όσο διάστημα η οικονομία παραμένει αδύναμη».

Κατά συνέπεια, «η προσφυγή στον εθνικισμό μπορεί να του προσφέρει τον μόνο δυνατό δρόμο για τη νίκη στις επόμενες εκλογές, που έχουν προγραμματιστεί για το 2023».

Ωστόσο, υπογραμμίζει ο Λουΐτζι Σκατζιέρι, «όσο περισσότερο η Άγκυρα αναπτύσσει επιθετική εξωτερική πολιτική, τόσο περισσότερο κινδυνεύει με υπερεπέκταση.

Οι στρατιωτικές της επιχειρήσεις, οι οποίες στηρίχτηκαν στη χρήση ενός συνδυασμού Σύρων μισθοφόρων και drones, ήταν χαμηλού κόστους και επιτυχείς μέχρι στιγμής.

Ετσι, η Τουρκία έχει καθιερωθεί ως ένας από τους σημαντικότερους παίκτες σε πολλές από τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.

Ωστόσο, η Άγκυρα φαίνεται να στερείται σαφούς τελικού στόχου σε πολλές από τις περιφερειακές συγκρούσεις στις οποίες εμπλέκεται.

Για παράδειγμα, είναι δύσκολο να δούμε πώς μπορεί να απαγκιστρωθεί από τη σύγκρουση στη Συρία.

Επιπλέον, τα περιθώρια ελιγμών της, πιθανώς να περιοριστούν ολοένα περισσότερο, εξαιτίας του ανταγωνισμού της με τη Ρωσία, αλλά και λόγω της Ελλάδας, της Αιγύπτου, των ΗΑΕ και της Γαλλίας που αυξάνουν τη συνεργασία τους για να περιορίσουν τις τουρκικές φιλοδοξίες στην περιοχή».

Γι' αυτούς τους λόγους, καταλήγει ο αναλυτής, «η Ευρώπη και οι ΗΠΑ πρέπει να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια, προκειμένου να μειώσουν τις εντάσεις ανάμεσα στην Τουρκία και στους γείτονές της, ιδίως στην Ανατολική Μεσόγειο, ούτως ώστε να αποφευχθεί η κλιμάκωση και η πιθανή ρήξη μεταξύ Τουρκίας και Δύσης».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Copyright © 2019 LawAndOrder.gr

iblogo