Ξυλοκόπησε άγρια τη σύζυγό του έχοντας καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ και ...προσέφυγε στον Άρειο Πάγο

Κατερίνα Μάνθου 19-03-2020 06:44 Τελευταία ενημέρωση: 19-03-2020 07:43
Ξυλοκόπησε άγρια τη σύζυγό του έχοντας καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ και ...προσέφυγε στον Άρειο Πάγο
Άρειος Πάγος: Η υπόθεση ενδοκογενειακής βίας, τα περιστατικά ξυλοδαρμού και η βαθιά …μέθη του κατηγορούμενου συζύγου

Ξυλοκόπησε τη σύζυγό του έχοντας καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ, όπως τουλάχιστον δέχθηκε το δικαστήριο. Καταδικάστηκε από το Γ' Τριμελές Εφετείο της Αθήνας σε συνολική ποινή φυλάκισης δυο ετών και δέκα μηνών, αφού πρώτα κρίθηκε ένοχος για τις πράξεις της διακεκριμένης ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης και της ενδοοικογενειακής απειλής. Ωστόσο, ζήτησε την αναίρεση της καταδίκης του από τον Άρειο Πάγο προβάλλοντας, μεταξύ άλλων τον ισχυρισμό, πως προέβη στις παραπάνω πράξεις επειδή βρίσκονταν σε βαθιά μέθη, η οποία αποκλείει την ικανότητα του προς καταλογισμό!

Ο λόγος για ένα 46χρονο σήμερα άνδρα, ο οποίος προσέφυγε το Ανώτατο Ποινικό Δικαστήριο της χώρας με αίτημα την αναίρεση της καταδίκης του για πολλούς λόγους. Μεταξύ αυτών, υποστήριξε πως η απόφαση του Εφετείου δεν είχε την πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτεί το Σύνταγμα και οι νόμοι, διότι δεν έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό του περί ελλείψεως καταλογισμού κατά το χρόνο τέλεσης των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, λόγω υπαίτιας πλήρους μέθης. Ακόμη, υποστήριξε ότι κακώς δεν του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου και ότι το δικαστήριο προέβη σε πλημμελή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων.

Το ΣΤ’ Τμήμα του Αρείου Πάγου που εξέτασε την αίτηση αναίρεσης του 46χρονου απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς του κρίνοντας πως η απόφαση του Εφετείου έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ωστόσο, αναίρεσε εν μέρει την απόφαση του δικαστηρίου, κατά το μέρος που αφορά την επιμέτρηση της ποινής που επιβλήθηκε λόγω των διατάξεων του νέου Ποινικού Κώδικα.

Εφετείο: Είχε πλήρη ικανότητα, να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του

Τα όσα αναφέρονται πάντως στην απόφαση του Εφετείου, για την οποία ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτεί το Σύνταγμα και οι νόμου, προκαλούν σοκ.

Συγκεκριμένα, στο αιτιολογικό της εφετειακής απόφασης καταγράφονται τα εξής πραγματικά περιστατικά: «Ο κατηγορούμενος, σύζυγος της εγκαλούσας, μετά της οποίας είχε τελέσει νόμιμο γάμο και είχε αποκτήσει ένα θήλυ τέκνο, τη Μ. Λ., που γεννήθηκε στις 26-7-2008, κατά το χρόνο που αναφέρεται στο διατακτικό, επιστρέφοντας από την εργασία του κατά τις βραδυνές ώρες, εισήλθε στη συζυγική οικία, στην οποία βρισκόταν η εγκαλούσα και η ανωτέρω ανήλικη. Ακολούθως, χωρίς οποιαδήποτε αφορμή, επιτέθηκε στην εγκαλούσα σύζυγο του ενώπιον της ανήλικης, πιάνοντάς τη από το λαιμό και πετώντας τη στο πάτωμα της κουζίνας, ενώ στη συνέχεια την χτύπησε με γροθιά στο κεφάλι και, τραβώντας τη, την πέταξε στον καναπέ με την πλάτη, όταν δε η εγκαλούσα προσπάθησε να πλησιάσει την πόρτα για να ζητήσει βοήθεια, εκείνος την εμπόδισε λέγοντάς της ότι «θέλει να τον ντροπιάσει στους γείτονες» και στη συνέχεια την τράβηξε από τα πόδια και την πήγε κλωτσώντας τη στο μπάνιο. Παράλληλα, την εξύβριζε και την απειλούσε μπροστά στο παιδί, το οποίο έκλαιγε και φώναζε, και μεταξύ άλλων απηύθυνε στο τελευταίο τη φράση «θα σκοτώσω τη μάνα σου και δεν θα την ξαναδείς ποτέ», προξενώντας στην εγκαλούσα, αλλά και στο πανικοβλημένο τέκνο τους, τρόμο και ανησυχία. Κατά το χρόνο που ο κατηγορούμενος εισήλθε στο σπίτι, είχε πράγματι καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά, όπως συνήθως έπραττε.

Όμως, ουδόλως αποδείχθηκε ότι αυτός κατά το χρόνο τέλεσης των παραπάνω αξιόποινων πράξεων, τελούσε σε πλήρη μέθη, ώστε να μη μπορεί να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα των εν λόγω πράξεών του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του αυτή. Αντιθέτως, όπως αποδείχθηκε, ο κατηγορούμενος, ο οποίος, μετά την είσοδο του στην οικία τους ξάπλωσε στον καναπέ και απάντησε στην εγκαλούσα (σε ερώτησή της) ότι δεν επιθυμεί να φάει, ενοχλήθηκε από τη χαμηλόφωνη συζήτηση της εγκαλούσας και του παιδιού στο παρακείμενο τραπέζι, και ακολούθως σηκώθηκε και με πλήρη επίγνωση του τι έπραττε, προέβη στην πιο πάνω επίθεση κατά της συζύγου του, κατά τη διάρκεια της οποίας, ακούγοντας τις φωνές του παιδιού, ζητούσε από την εγκαλούσα να το ηρεμήσει, άλλως απειλούσε ότι θα τη σκοτώσει, ενώ, όταν η εγκαλούσα προσπάθησε να πλησιάσει την πόρτα για να ζητήσει βοήθεια, εκείνος, όπως προελέχθη, αντιλαμβανόμενος την πρόθεσή της, την εμπόδισε και της είπε ότι «θέλει να τον ντροπιάσει στους γείτονες».

Τέλος, την επομένη ημέρα το πρωί, πριν την αναχώρησή του για τη δουλειά, ενθυμούμενος καλώς τι είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ, είπε στην σύζυγο του ότι θέλει να μιλήσουν και στη συνέχεια έστειλε έναν φίλο του για να την ηρεμήσει. Από τα παραπάνω περιστατικά, προκύπτει η ικανότητα του κατηγορουμένου, κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεών του, να σκέπτεται και να αποφασίζει με γνώμονα τη λογική, έχοντας τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που ωθούν στην πράξη ή συγκρατούν από την τέλεση αυτής».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Copyright © 2019 LawAndOrder.gr

iblogo