Τα όρια της ιατρικής ευθύνης

Κάτια Αναγνωστοπούλου 20-11-2019 14:02
Τα όρια της ιατρικής ευθύνης
Η ιατρική ευθύνη διαχωρίζεται σε τρία είδη: στην ποινική ευθύνη, στην αστική και στην πειθαρχική ευθύνη.

Στόχος του παρόντος άρθρου είναι η ανάδειξη του πλαισίου εντός του οποίου ο θεράπων ιατρός κινείται σύννομα κατά την άσκηση των καθηκόντων, αποτρέποντας αναζήτηση στο πρόσωπό του νομικών ευθυνών και εμπλοκής του σε κοστοβόρους και  μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες.

Α'

Αρχικώς θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι στη Νομική Επιστήμη, η έννοια του ιατρικού σφάλματος εκλαμβάνεται ως εκείνη η συμπεριφορά του θεράποντος ιατρού, που υπολείπεται της οφειλόμενης από το λειτούργημα του επιμέλειας που πρέπει να επιδεικνύει στη συγκεκριμένη περίπτωση του ασθενούς.

Επιπλέον θα πρέπει να διευκρινισθεί κατά την επικρατούσα σήμερα θεωρία, ο ιατρός δεν απολαμβάνει καμία προνομιακή μεταχείριση και η συμπεριφορά του υπόκεινται κανονικά στον έλεγχο των Δικαστηρίων, όπως οι πράξεις κάθε άλλου πολίτη.

Ως γνωστόν,  η ιατρική ευθύνη διαχωρίζεται σε τρία είδη: στην ποινική ευθύνη, στην αστική και στην πειθαρχική ευθύνη.

Ειδικότερα:

Aστική ευθύνη θεμελιώνεται όταν ο θεράπων ιατρός προκαλεί στον ασθενή ζημία κατά την άσκηση των ιατρικών του καθηκόντων, οπότε γεννάται υποχρέωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης κατά τον ΑΚ. Ειδικότερα, η αστική ευθύνη του ιατρού απέναντι στον ασθενή συνιστά μηχανισμό διορθωτικής δικαιοσύνης, ο οποίος έχει σκοπό να αποκαταστήσει τη δίκαιη κατανομή των ζημιών και κατ’ επέκταση την αρχή του κράτους δικαίου.

Ποινική ευθύνη του ιατρού, προκύπτει όταν αυτός ενεργώντας αντίθετα προς τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, ταυτόχρονα παραβιάζει κανόνες της κείμενης ποινικής νομοθεσίας. Ωστόσο ποινικά ενδιαφέρουσα δεν είναι κάθε παραβίαση των ανωτέρω κανόνων, αλλά μονάχα εκείνη η  «αποτυχημένη ιατρική πράξη» η οποία βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια προς το βλαπτικό αποτέλεσμα. Δηλαδή η τιμωρητική παρέμβαση της Πολιτείας ενεργοποιείται μόνον όταν το αποδοκιμαζόμενο αποτέλεσμα σχετίζεται ευθέως με την πλημμελή συμπεριφορά του ιατρού. Αρκεί δε προς τούτο οποιοσδήποτε βαθμός πταίσματος εκ μέρους του θεράποντος ακόμη και η όλως ελαφρά αμέλεια του.

Η ποινική ευθύνη του ιατρού, έχει μεγάλη σημασία, τόσο για την  ποινική μεταχείρισή του, όσο και γιατί πολλές φορές, η ποινική κρίση αποτελεί πρόκριμα για την αστική και πειθαρχική ευθύνη (άρθ.250 Κ.Πολ.Δ.). Βεβαίως, κατά το δίκαιό μας, τα αστικά δικαστήρια ενεργούν ανεξάρτητα προς τις ποινικές αποφάσεις αλλά είναι ιδιαίτερα σπάνιο, μία αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, να μην επηρεάσει ουσιωδώς, τόσο την αστική, όσο και την πειθαρχική διαδικασία.

Πειθαρχική ευθύνη εξετάζεται από τα θεσμοθετημένα πειθαρχικά όργανα και πειθαρχικά συμβούλια που ελέγχουν κάθε καταγγελία σε βάρος ιατρών για παραβάσεις του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας και της κείμενης νομοθεσίας και επιβάλλουν πειθαρχικές ποινές.

Β’

Περαιτέρω,  η ύπαρξη ή μη της ιατρικής ευθύνης ερευνάται υπό το ακόλουθο πρίσμα :

 Ο ιατρός, κατά την άσκηση της ιατρικής, ενεργεί μεν με πλήρη ελευθερία, πάντα όμως εντός του πλαισίου που υπαγορεύουν οι αρχές και μέθοδοι της ιατρικής επιστήμης, όπως αυτές αυτοί διαμορφώνονται με βάση τη σύγχρονη εφαρμοσμένη επιστημονική έρευνα.  Ειδικότερα ο ιατρός έχει δικαίωμα να επιλέξει ο ίδιος τη μέθοδο θεραπείας, την οποία προκρίνει ως σημαντικά υπέρτερη έναντι κάποιας άλλης, εξατομικευμένα για τον κάθε ασθενή και αντίστοιχα οφείλει να απέχει από τη χρήση μεθόδων ή φαρμάκων που δεν έχουν επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση.  Επιπλέον, ο ιατρός ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο, δηλαδή δεν υπόκειται σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του ασθενούς. Το κυριότερο όμως είναι ότι ενώ ο ιατρός οφείλει να παρέχει τα μέσα και τις γνώσεις του στον ασθενή εν τέλει δεν είναι υποχρεωμένος σε παροχή συγκεκριμένου θετικού αποτελέσματος, εκτός αν εγγυήθηκε ρητά γι’ αυτό. Δηλαδή, ο ιατρός δεν επιβαρύνεται με μια δυσμενή εξέλιξη της υγείας του ασθενούς που οφείλεται σε ένα τυχαίο ή αναπόφευκτο γεγονός. Αντίθετα, οι ασθενείς είναι εκείνοι που βαρύνονται με τους κινδύνους εκείνους που δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν ούτε με την άψογη ιατρική συμπεριφορά του θεράποντος ιατρού.

Γ’

Ειδικότερα, δεν θεωρείται άδικη η προκληθείσα ζημία από ιατρική πράξη ή παράλειψη και δεν υπάρχει ιατρική ευθύνη, όταν τηρούνται από τον θεράποντα ιατρό, οι όροι της επιτρεπόμενης κινδυνώδους δράσης. Δηλαδή η τέλεση της εκάστοτε ιατρικής πράξης θα πρέπει να διενεργείται «lege artis», σύμφωνα δηλαδή με γενικά επικρατούντες κανόνες της ιατρικής επιστήμης.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο ιατρός οφείλει να γνωρίζει τα σύγχρονα πρότυπα της ιατρικής επιστήμης. Στο βαθμό δε που η συνεχιζόμενη εκπαίδευση αποτελεί σύμφωνα το άρθρο 10 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας υποχρέωσή του, η άγνοια των σύγχρονων κανόνων της ιατρικής, λόγω παράλειψης εκπαίδευσης είναι λόγος θεμελίωσης ιατρικής ευθύνης. Μετά ταύτα προκειμένου να αποφευχθεί μια πλημμελής ιατρική συμπεριφορά, είναι απαραίτητη όχι μόνο η ενημέρωση του ιατρού σχετικά με τα πλεονεκτήματα των νέων τεχνικών έναντι των παλαιοτέρων και η δυνατότητα πρακτικής άσκησης της καινούργιας μεθόδου πριν την εφαρμογή της. Επίσης, στα ασφαλή κριτήρια για την υιοθέτηση μιας νεότερης τεχνικής, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται και η απλότητα της.  

 Επιπλέον ο ιατρός θα πρέπει να ενημερώνει πλήρως τον ασθενή για την πραγματική κατάσταση της υγείας του, το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της προτεινόμενης ιατρικής πράξης, τις συνέπειες και τους τυχόν κινδύνους ή επιπλοκές από την εκτέλεσή της, τις εναλλακτικές προτάσεις, καθώς και για τον πιθανό χρόνο αποθεραπείας, έτσι ώστε ο ασθενής να μπορεί να σχηματίσει πλήρη εικόνα και να προχωρεί, ανάλογα, στη λήψη αποφάσεων.  Αναφορικά δε με την έκταση της ενημέρωσης  σχετικά με τους κινδύνους μιας ιατρικής πράξης θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι αυτή είναι συνάρτηση της πιθανότητας επέλευσης του κινδύνου. Συνήθως υποστηρίζεται ότι όταν ένας κίνδυνος υγείας  άνω του 3% θα πρέπει να γνωστοποιείται στον ασθενή. Σε κάθε περίπτωση το εκάστοτε ποσοστό εμφάνισης μια επιπλοκής θα πρέπει να είναι επίσημο και να προκύπτει από την ιατρική βιβλιογραφία. Φυσικά η ενημέρωση του ασθενή από τον ιατρό πρέπει να γίνεται με διακριτικότητα έτσι ώστε ο τελευταίος να μην εκφοβίζει τον ασθενή αλλά ούτε και να τον παροτρύνει υπερβολικά να συναινέσει στην ιατρική πράξη, καθώς η υγεία αποτελεί ένα ιδιαιτέρως λεπτό θέμα. Ακολούθως ο ασθενής θα πρέπει να έχει αρκετό χρόνο ώστε να αφομοιώσει τις ιατρικές πληροφορίες που λαμβάνει, να τις κατανοήσει ώστε ύστερα να δώσει την έγκυρη συναίνεσή του στην ιατρική πράξη.

Κατόπιν λοιπόν της πλήρους ενημέρωσης του ασθενούς, θα πρέπει να επακολουθήσει η ρητή και σαφής συναίνεση του ανωτέρω. Και τούτο για έναν πρόσθετο λόγο: γιατί και η πιο απλή ιατρική πράξη είναι μη νόμιμη αν προηγουμένως δεν έχει ρητά συγκατατεθεί ο ασθενής έπειτα από πλήρη και σαφή ενημέρωσή του. Δηλαδή, κάθε ιατρική πράξη που πραγματοποιείται χωρίς έγκυρη συναίνεση του ασθενούς, ασχέτως αν γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής, θεωρείται αυθαίρετη και άρα παράνομη ιατρική πράξη.

Προϋποθέσεις της έγκυρης συναίνεσης του ενημερωμένου ασθενούς είναι:

α) Να παρέχεται αυτή μετά από πλήρη, σαφή και κατανοητή ενημέρωση.

β) Ο ασθενής να έχει ικανότητα για συναίνεση.

αα) αν είναι ανήλικος, η συναίνεση δίδεται από αυτούς που ασκούν την γονική μέριμνα ή έχουν την επιμέλειά του. Ειδικά μάλιστα στην περίπτωση αισθητικών επεμβάσεων σε ανήλικο απαιτείται πάντοτε η συναίνεση των προσώπων αυτών.

ββ) αν ο ασθενής δεν διαθέτει ικανότητα συναίνεσης, αύτη δίδεται από τον ορισθέντα ως δικαστικό του συμπαραστάτη.

γ) Η συναίνεση να μην είναι αποτέλεσμα πλάνης, απάτης ή απειλής και να μην έρχεται σε σύγκρουση με τα χρηστά ήθη.

δ) Η συναίνεση να καλύπτει πλήρως την ιατρική πράξη και κατά το συγκεκριμένο περιεχόμενό της και κατά τον  χρόνο εκτέλεσής της.

ΚΑΤ’ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΔΕΝ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ:

α) σε επείγουσες περιπτώσεις

β) σε περίπτωση απόπειρας αυτοκτονίας και

γ) αν οι γονείς ανηλίκου ή οι έχοντες εξουσία συναίνεσης τρίτοι αρνούνται να την δώσουν και υπάρχει ανάγκη άμεσης παρέμβασης, προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος για την ζωή ή την υγεία του ασθενή.

Τέλος, ο ιατρός είναι υποχρεωμένος να τηρεί ιατρικό αρχείο στο οποίο θα πρέπει να καταχωρούνται υποχρεωτικά όσα συνδέονται αρρήκτως και αιτιωδώς με την επίτευξη της ορθής διάγνωσης και ακολούθως με τη θεραπεία του ασθενούς. Τούτο πέρα από υποχρέωση αποτελεί και μια εξασφάλιση για τον θεράποντα ιατρό, καθώς η τήρησή του είναι ένα δυνητικά ικανό μέσο να αποδείξει τη διενέργεια της εκάστοτε ιατρικής πράξης de lege artis και άρα ένα μέσο άμυνας σε τυχόν αναζήτηση ιατρικής ευθύνης του θεράποντος. Φυσικά τα δεδομένα που περιέχονται στους ιατρικούς φακέλους, εφόσον αναφέρονται σε πληροφορίες σχετικές με την υγεία του ασθενούς, αποτελούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα και η άκριτη χρήση τους δημιουργεί αστικές και ποινικές ευθύνες ποινικών κυρώσεων.

Δ'

Κλείνοντας θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι από τις  προεκτεθείσες τρεις κατηγορίες της ιατρικής ευθύνης η ποινική και πειθαρχική αφορούν πάντοτε προσωπικά συγκεκριμένο ιατρό. Σε αυτόν θα επιβληθούν σε περίπτωση βεβαιωμένης και αποδεδειγμένης ιατρικής ευθύνης οι ανάλογες ποινικές ή πειθαρχικές κυρώσεις και αυτός προσωπικά θα υποστεί τα αποτελέσματα και τις συνέπειες. Το ίδιο ισχύει και για την αστική ευθύνη προκειμένου περί ιατρού που ασκεί ελεύθερο επάγγελμα ή με σχέση εξηρτημένης εργασίας σε φυσικά πρόσωπα ή σε Ν.Π.Ι.Δ. που δεν ασκούν δημόσια εξουσία.

Αντιθέτως για γιατρό που ασκεί το λειτούργημά του στο ΕΣΥ ή στο Δημόσιο γενικότερα ή σε Δημόσια Νοσηλευτικά Ιδρύματα, αστικώς υπεύθυνο για αποζημίωση του βλαβέντος ασθενούς είναι το Ελληνικό Δημόσιο.

Κατόπιν των ανωτέρω, για την αντιμετώπιση του  θέματος των μεγάλων αποζημιώσεων για ιατρική αμέλεια, η μόνη, πλέον, λύση  για τους ελεύθερους επαγγελματίες ιατρούς, τους  μη καλυπτόμενους από το ΕΣΥ και το Ελληνικό Δημόσιο είναι η ασφάλιση σε ιδιωτικές Ασφαλιστικές Εταιρίες. Σύμφωνα με εκτιμήσεις στελεχών του Κλάδου Ιδιωτικών Ασφαλίσεων, σήμερα καλύπτονται από ασφαλιστικά συμβόλαια, σε όλη τη χώρα, περί τους 10.000 ιατρούς.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Copyright © 2019 LawAndOrder.gr

iblogo