Δικαστές, Δικηγόροι, ΓΣΕΕ και Υπουργείο Δικαιοσύνης

Χριστόφορος Σεβαστίδης 19-11-2019 13:22
Δικαστές, Δικηγόροι, ΓΣΕΕ και Υπουργείο Δικαιοσύνης
Το κείμενο του Χριστόφορου Σεβαστίδη που ακολουθεί κοινοποιήθηκε στον υπουργό Δικαιοσύνης, Κωνσταντίνο Τσιάρα, τον υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Ιωάννη Βρούτση και τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ, Ιωάννη Παναγόπουλο. Απεστάλη δε και στον Τύπο.

Όταν συζητούνταν στη Βουλή το άρθρο 52 ν. 4446/2016, που κατήργησε τη μέχρι τότε ανάθεση της ευθύνης διεξαγωγής των αρχαιρεσιών των συνδικαλιστικών οργανώσεων σε δικαστικούς λειτουργούς και ανέθεσε καθήκοντα δικαστικού αντιπροσώπου σε δικηγόρους, ήδη ως Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, προ της ψήφισής του, κατά την διαδικασία κλήσης των φορέων στο Εθνικό Κοινοβούλιο, είχαμε εκφράσει την πλήρη αντίθεσή μας για πολύ συγκεκριμένους και αντικειμενικούς λόγους. Πρόθεση του Υπουργείου ήταν τότε να καταπραΰνει τις δικαιολογημένες αντιδράσεις των δικηγορικών συλλόγων μετά την αλλαγή στο ασφαλιστικό τους καθεστώς και να αντισταθμίσει μέρος των απωλειών στο εισόδημά τους, με το «αντίδωρο» της συμμετοχής τους στις αρχαιρεσίες των σωματείων. Ήταν βέβαια γνωστό ότι η δυσαναλογία του μεγάλου αριθμού των δικηγόρων σε σύγκριση με τον αριθμό των αρχαιρεσιών θα σήμαινε ελάχιστες συμμετοχές και μηδαμινή σχεδόν ωφέλεια για τον κάθε δικηγόρο. Οι δικαστικοί λειτουργοί από τη συμμετοχή μας σε σωματειακές εκλογές ήδη από το 1982 γνωρίζαμε καλά τις εντάσεις μεταξύ των παρατάξεων –πολύ πιο έντονες από τις αντιπαραθέσεις σε εθνικές και περιφερειακές εκλογές- και προσπαθούσαμε αξιοποιώντας την δικαστική μας εμπειρία να ολοκληρώνονται οι αρχαιρεσίες σε κλίμα ομαλότητας και συναίνεσης.  Διαβλέψαμε ήδη από τη ψήφιση του ν. 4446/2016 ότι σύντομα τα ίδια τα σωματεία θα ζητήσουν την εκ νέου ανάθεση της αρμοδιότητας των αρχαιρεσιών σε δικαστές. Πληροφορηθήκαμε από την επιστολή του Προέδρου του Δ.Σ.Α. κ. Βερβεσού, ότι η ΓΣΕΕ ζήτησε την επαναφορά του προηγούμενου καθεστώτος και για το λόγο αυτό ο Πρόεδρος του ΔΣΑ απέστειλε επιστολή διαμαρτυρίας προς την ΓΣΕΕ κοινοποιούμενη στους Υπουργούς Δικαιοσύνης και Εργασίας. 

Δεν θα είχα κανένα λόγο να παρέμβω στην επιστολή αυτή του Προέδρου του ΔΣΑ, εάν δεν είχα εντοπίσει κάποια εξόφθαλμα σφάλματα στον συλλογισμό του σε επίπεδο νομικό, τα οποία αναφέρονται στην μέχρι το 2016 συμμετοχή των δικαστικών λειτουργών στις αρχαιρεσίες. Αρχικά θέτω το ερώτημα πως είναι νοητό να αναφέρεται ο ν. 4446/2016 σε «δικαστικούς αντιπροσώπους» οι οποίοι όμως δεν είναι δικαστικοί λειτουργοί αλλά δικηγόροι. Αυτό από μόνο του περιέχει μια προφανή αντίφαση. Η συμμετοχή των δικηγόρων, των δικαστικών υπαλλήλων, των ασκουμένων δικηγόρων στις εθνικές, περιφερειακές, δημοτικές εκλογές και στις ευρωεκλογές, ως αντιπροσώπων της δικαστικής αρχής, γίνεται για τον απλούστατο λόγο ότι οι ίδιοι οι δικαστικοί λειτουργοί δεν επαρκούν για να επανδρώσουν όλες τις εφορευτικές επιτροπές της Χώρας. Δεν θα διανοούνταν ποτέ κανείς να εξαιρέσει αναιτιολόγητα τους πρωταρχικούς φορείς αυτής της υποχρέωσης από το καθήκον συμμετοχής τους στις εφορευτικές επιτροπές. Ο ν. 4446/2016 το κάνει! Ο λόγος για τον οποίο ο ν. 1264/1982 απαιτούσε τη συμμετοχή «δικαστικών αντιπροσώπων» στις αρχαιρεσίες των σωματείων ήταν ακριβώς για να διασφαλιστεί το αμερόληπτο της διαδικασίας και να αποφευχθούν ενστάσεις εγκυρότητας της εκλογικής διαδικασίας. Και πράγματι αυτό συνέβη για 35 χρόνια χωρίς να αμφισβητηθεί από καμία Ομοσπονδία, από καμία Τριτοβάθμια Οργάνωση η ορθότητα της επιλογής του νομοθέτη. 

Στην επιστολή του ο κ. Πρόεδρος του ΔΣΑ επικαλείται τη διάταξη του άρθρου 89 του Συντάγματος που απαγορεύει στους δικαστικούς λειτουργούς να ασκούν οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία, εκτός από την συμμετοχή τους (μεταξύ άλλων) «σε συμβούλια ή επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα». Βιάστηκε νομίζω ο κ. Πρόεδρος του ΔΣΑ να θεωρήσει ότι η συμμετοχή των δικαστικών λειτουργών σε εφορευτικές επιτροπές σωματείων δεν εμπίπτει σε καμία από τις παραπάνω εξαιρέσεις που προβλέπει το Σύνταγμα. Εάν ήταν ορθός ο συλλογισμός του θα έπρεπε να συνάγουμε το συμπέρασμα ότι από το 2001 που ισχύει το αναθεωρημένο Σύνταγμα μέχρι και το 2016 που ψηφίστηκε ο ν. 4446/2016, οι αρχαιρεσίες των σωματείων ήταν παράτυπες διότι συμμετείχαν σε αυτές δικαστικοί λειτουργοί ως πρόεδροι των εφορευτικών επιτροπών. Τέτοιον ισχυρισμό δεν πρόβαλαν ποτέ ούτε οι δικηγορικοί σύλλογοι, ούτε η επιστημονική κοινότητα, ούτε τα ίδια τα σωματεία.  Κατά δεύτερον, όπως σημειώνει ο Αθ. Τσιρωνάς στο έργο «Σύνταγμα – κατ’ άρθρο ερμηνεία» των Σπυρόπουλου, Κοντιάδη, Ανθόπουλου, Γεραπετρίτη, «το πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης συνταγματικής εξαίρεσης δεν είναι εύκολο να καθοριστεί, αφενός εν όψει του γεγονότος ότι οριοθετείται με τρεις αόριστες νομικές έννοιες και αφετέρου επειδή αφορά σε αρμοδιότητες που από τη φύση τους είναι ανεπίδεκτες ευχερούς τυποποίησης» (σελ. 1374, αριθ. 46). Δεν εμπίπτει αλήθεια η συμμετοχή των δικαστών στην εφορευτική επιτροπή στις ελεγκτικές αρμοδιότητες που προβλέπει το Σύνταγμα; Η Εφορευτική Επιτροπή δεν είναι ένα συλλογικό όργανο που ελέγχει τη νομιμότητα της εκλογικής διαδικασίας από την έναρξή της μέχρι και το στάδιο της ανακήρυξης των αποτελεσμάτων; Η απόρριψη ή αποδοχή των υποβαλλόμενων από τους υποψηφίους ενστάσεων κατά τη διάρκεια της εκλογικής διαδικασίας δεν έχει δικαιοδοτικό χαρακτήρα; 

Τέλος οφείλω να κάνω την εξής υπόμνηση: Οι δικαστές ακόμα και μετά την κατάργηση του νόμου που προέβλεπε την συμμετοχή τους στις αμειβόμενες εφορευτικές επιτροπές, εξακολουθούν να συμμετέχουν ως Πρόεδροι στα Πειθαρχικά Συμβούλια των Δημοσίων Υπαλλήλων και μάλιστα αμισθί! Θα αναμένουμε με τον ίδιο ζήλο που έγινε ο αγώνας για την υποκατάστασή τους στις Εφορευτικές Επιτροπές, να συνεχιστεί και για την απεμπλοκή τους από τα Πειθαρχικά Συμβούλια. 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Copyright © 2019 LawAndOrder.gr

iblogo