Η παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας

Εβίτα Βαρελά 07-11-2019 07:58 Τελευταία ενημέρωση: 07-11-2019 09:16
Η παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας
Το τεκμήριο αθωότητας εντός των δικαστικών αιθουσών

Όλοι μας έχουμε παρευρεθεί σε ποινικές δίκες και έχουμε γίνει κοινωνοί συμπεριφορών εκ μέρους δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι παραβιάζουν καταφανώς θεμελιώδεις αρχές της Δικονομίας που αφορούν στην τήρηση της ποινικής διαδικασίας.

Ως θεμελιώδης αρχή που αφορά την ποινική διαδικασία στο ποινικό ακροατήριο, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 332 του νέου ΚΠΔ αποτελεί η συμπεριφορά των δικαστικών λειτουργών. Η διάταξη έχει σκοπό την διαφύλαξη της αμεροληψίας του διευθύνοντος την διαδικασία και των υπόλοιπων δικαστικών λειτουργών και την περαιτέρω εδραίωση της εμπιστοσύνης των μερών σε ένα αμερόληπτο και αντικειμενικό δικαστήριο κατά την επιταγή του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ.

Στο παρόν άρθρο γίνεται μια επισκόπηση της θεμελιώδους ως άνω αρχής της συμπεριφοράς των δικαστικών λειτουργών (332ΚΠΔ), σε σχέση με μια από τις βασικότερες αν όχι την βασικότερη όλων, αρχή του ποινικού Δικαίου, ήτοι την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας.

Το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου καθιερώθηκε για πρώτη φορά, μετά τη Γαλλική Επανάσταση στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789 στο άρθρο 9. Σήμερα κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Σύμφωνα με τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 6 παρ. 2 της κυρωθείσας με το Ν.53/1974 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) ορίζεται ότι:

 «Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του».

Κατά δε την παγία νομολογία του ΕΔΔΑ το τεκμήριο αθωότητας απαιτεί από τους προανακριτικούς και ανακριτικούς υπαλλήλους αλλά και από τους Δικαστές και Εισαγγελείς να μην εκκινούν με την προκατειλημμένη άποψη, ότι ο ύποπτος ή ο  κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Μάλιστα το Δικαστήριο του Στρασβούργου επεξέκτεινε νομολογιακά το πεδίο εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού και εκτός των ποινικών δικαστηρίων καθιστώντας το ευρύτερο,  υποχρεώνοντας ακόμη  και όλες τις δημόσιες αρχές  να μην προβαίνουν σε κρίσεις και αφορισμούς ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το έγκλημα για το οποίο συλλαμβάνεται ή κατηγορείται. Το ΕΔΔΑ επισημαίνει στις αποφάσεις του, την σημασία της διατύπωσης των λέξεων και όρων  που χρησιμοποιούν οι κρατικές αρχές στις δηλώσεις τους, προτού ο κατηγορούμενος δικαστεί και κριθεί ένοχος για τη διάπραξη οιουδήποτε αδικήματος.

Συμπερασματικά το δικαστήριο που δικάζει όχι μόνο οφείλει να είναι αμερόληπτο αλλά και να φαίνεται αμερόληπτο.

Στο ελληνικό Ποινικό Δίκαιο το τεκμήριο αθωότητας στο άρθρο 71 ΚΠΔ ορίζει ότι :

 «Οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο.»

Επιπλέον, κατόπιν της δημοσίευσης του Νόμου 4569/2019, στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προστίθεται το άρθρο 178 ως εξής: « Οι Δικαστές και οι Εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου, καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητά του και επηρεάζει την επιμέτρηση της ποινής. Ο κατηγορούμενος δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ του. Οι δικαστές είναι υποχρεωμένοι να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια. Οποιαδήποτε αμφιβολία περί της ενοχής είναι προς όφελος του κατηγορουμένου ή του υπόπτου.»!!

Το τεκμήριο αθωότητας λοιπόν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος θεωρείται αθώος μέχρι αποδείξεως του εναντίου και η Πολιτεία μέσω των οργάνων της, οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου και όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας, είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο. Η αρχή αυτή επιβάλλει το δικαστήριο εν αμφιβολία να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo).

Στο πλαίσιο της αρχής αυτής και ως προς το ανακριτικό σύστημα το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως την αθωότητα ή ενοχή του κατηγορουμένου.

Ομοίως στο Ελληνικό Ποινικό Δίκαιο ισχύει η αρχής της μη αντιδικίας Εισαγγελέα - Κατηγορουμένου. Ο Εισαγγελέας εκπροσωπεί την κατηγορούσα αρχή, δεν είναι όμως αντίδικος του κατηγορουμένου, όπως συμβαίνει στο αγγλοαμερικανικό δίκαιο. Σκοπός του δεν είναι η καταδίκη του κατηγορουμένου, αλλά η αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας.!! Έτσι, αν διαπιστώσει κατά την εξέλιξη της δίκης ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος, οφείλει να ζητήσει την αθώωσή του από το δικαστήριο. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει αντιδικία Εισαγγελέα-κατηγορουμένου φαίνεται και από την τοποθέτηση του Εισαγγελέα στο δικαστήριο: δεν κάθεται μαζί με τους διαδίκους αλλά επάνω στην έδρα μαζί με τους δικαστές δεξιά από αυτούς (αριστερά για το ακροατήριο).

Οι σαφείς μεροληπτικές απόψεις ενός δικαστή, είτε Εισαγγελέα, είτε δικαστικού λειτουργού κατά την ακροαματική διαδικασία στο ποινικό δικαστήριο, δεν συνάδουν με την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας, με αποτέλεσμα να προκύπτει σαφής λόγος Ένστασης για παραβίαση του Τεκμηρίου Αθωότητας καθώς το τεκμήριο αθωότητας, κατά την άποψη της γράφουσας, εδράζεται μεν στο άρθρο 71 ΚΠΔ, όμως εκτείνεται συνδυαστικά και στο άρθρο 332 του νέου ΚΠΔ, διότι σε αυτό γίνεται αναφορά στην συμπεριφορά του δικαστικών λειτουργών προς τα πρόσωπα που συμμετέχουν στην δίκη και κυρίως στα πρόσωπα των κατηγορουμένων και των συνηγόρων υπεράσπισης και υποστήριξης της κατηγορίας.

Αξίζει να τονισθεί ότι η νέα διάταξη του ισχύοντος ΚΠΔ 332, πλέον απευθύνεται προς όλους τους δικαστικούς λειτουργούς και έχει διαμορφωθεί ως εξής : «Αν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στο ακροατήριο οι δικαστικοί λειτουργοί, δεν μεταχειρίζονται τα πρόσωπα που συμμετέχουν στη δίκη, κατά τρόπο αμερόληπτο ευπρεπή, απαθή και ψύχραιμο διαπράττουν βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα.»

Επιπλέον ο ποινικός Δικαστής θα πρέπει, επικουρούμενος από τον Εισαγγελέα, να αυτενεργήσει με στόχο την αντικειμενική αλήθεια καθώς αμφότεροι βαρύνονται με το διαγνωστικό καθήκον περί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου. Συνεπώς εξίσου σημαντικός για την πρόοδο μιας δίκαιης δίκης είναι ο ρόλος του Εισαγγελέα της έδρας, ο οποίος επίσης οφείλει να αποφεύγει μεροληπτικούς σχολιασμούς, αμφισβητώντας καταφανώς την κατάθεση των μαρτύρων.

Ως εκ τούτου ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, διασφαλίζει και καλύπτει την ευλαβική τήρηση τόσο της αμεροληψίας των δικαστικών λειτουργών, όσο και του σεβασμού στο τεκμήριο της αθωότητας, καθώς το δεύτερο δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την τήρηση του πρώτου.

Φυσικά όλα τα παραπάνω, πρέπει να διαπιστώνονται κάθε φορά και να ισχύουν εντός των δικαστικών αιθουσών, άλλως το περιβόητο τεκμήριο αθωότητας θα παραμένει μόνο στο επίπεδο μιας ρηματικής δικονομικής πρόβλεψης.

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Copyright © 2019 LawAndOrder.gr

iblogo