• Άρθρα
  • Ετικέτες
  • Αρθρογράφοι

Χριστίνα Ζαραφωνίτου: «Έγκλημα και φόβος του εγκλήματος»

lawandorder.gr 06-06-2021 08:15 Τελευταία ενημέρωση: 06-06-2021 08:17
Χριστίνα Ζαραφωνίτου: «Έγκλημα και φόβος του εγκλήματος»
Γράφει η Χριστίνα Ζαραφωνίτου*

Μεταξύ της πραγματικής εγκληματικότητας και της εμφανούς, η οποία αποτυπώνεται στις επίσημες στατιστικές, παρεμβάλλεται μια άγνωστη περιοχή, ο λεγόμενος «σκοτεινός αριθμός», ο οποίος ποικίλλει ανάλογα με το είδος του εγκλήματος και τα χαρακτηριστικά των εμπλεκομένων σε αυτό.

Στη βάση αυτής της εμφανούς πλευράς του εγκληματικού φαινομένου και, κυρίως, της έκτασης που λαμβάνει η δημοσιοποίησή του, διαμορφώνεται η κυρίαρχη εικόνα για το έγκλημα, τον εγκληματία και την ποινική δικαιοσύνη στις κοινωνικές αναπαραστάσεις. Η εικόνα αυτή επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τις λεγόμενες «άτυπες κοινωνικές αντιδράσεις», όπως είναι ο φόβος του εγκλήματος και η τιμωρητικότητα, οι οποίες συναρτώνται, ωστόσο, και με άλλες όψεις του συνολικού φαινομένου και πρωτίστως με την εμπιστοσύνη των πολιτών απέναντι στην αποτελεσματικότητα των αρμόδιων κρατικών φορέων για την πρόληψη και αντιμετώπιση των εγκληματικών απειλών.

Είναι προφανές ότι ο φόβος του εγκλήματος αποτελεί ένα κανονικό και μη παθολογικό ψυχοκοινωνικό φαινόμενο, όπως θα ήταν η εγκληματοφοβία, με αποτέλεσμα όσοι φοβούνται να είναι πεισμένοι ότι ο κίνδυνος θυματοποίησης αποτελεί ένα σοβαρό ενδεχόμενο στην καθημερινότητά τους ή με άλλα λόγια ότι το έγκλημα αποτελεί μια απειλή πραγματική και δεόντως σοβαρή, ώστε να επηρεάζει τη διαχείριση της καθημερινότητας σε ατομικό επίπεδο.

Ωστόσο, στο σημείο αυτό, αξίζει να αναφερθεί το «ελληνικό παράδοξο» που απορρέει τόσο από τα εθνικά όσο και τα ευρωπαϊκά στατιστικά δεδομένα καθώς και τα πορίσματα των αντίστοιχων ερευνών θυματοποίησης, βάσει των οποίων προκύπτει ότι αν και η Ελλάδα κατατάσσεται σε χαμηλά ή μέτρια επίπεδα εγκληματικότητας συγκριτικά με τις λοιπές ευρωπαϊκές χώρες, κατέχει σταθερά τις υψηλότερες θέσεις στην κατάταξη του φόβου του εγκλήματος και της συνδεδεμένης με αυτό ανασφάλειας.

Οι εξειδικευμένες έρευνές μας έχουν αναδείξει -μεταξύ άλλων- ως σημαντικούς εξηγητικούς παράγοντες την ποιοτική αλλαγή της εγκληματικότητας προς μορφές βίας που συνοδεύουν τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας, την αύξηση των ληστειών σε οικίες και εν γένει στη δημόσια σφαίρα με θύματα ευάλωτα άτομα (ανήλικους, ηλικιωμένους, οδηγούς ταξί, εργαζόμενους σε περίπτερα ή βενζινάδικα) και την οργανωμένη και ομαδική μορφή αυτών των εγκλημάτων που κάνει ιδιαίτερα επικίνδυνο το χαρακτήρα τους.

Ενδεικτικό και το πρόσφατο περιστατικό στα Γλυκά Νερά καθώς και πολλά άλλα που -αν και δεν έλαβαν αντίστοιχο μερίδιο δημοσιότητας- είχαν τραγικές συνέπειες για τα θύματά τους. Στα παραπάνω προστίθενται και οι επίσης πρόσφατες ανθρωποκτονίες εν μέση οδώ και με το φως της ημέρας, οι οποίες παραπέμπουν σαφώς σε οργανωμένο έγκλημα, όπως αυτό ορίζεται μέσα από τα διεθνή κείμενα του ΟΗΕ και της ΕΕ και όπως περιγράφεται στις ετήσιες εκθέσεις της EUROPOL.

Αν και τα προαναφερθέντα περιστατικά δεν είναι ομοειδή, συνδέονται με την εκδήλωση ανασφάλειας και φόβου του εγκλήματος σε μεγάλη μερίδα των πολιτών, διότι αποτελούν κατ’ εξοχήν βίαια εγκλήματα, τα οποία εκδηλώθηκαν στο πλαίσιο της καθημερινής κοινωνικής ζωής, με ιδιαίτερα θρασύ και βάναυσο τρόπο, δημιουργώντας την εντύπωση ότι καθένας θα μπορούσε να θυματοποιηθεί άμεσα ή έμμεσα, χωρίς δυνατότητα αποτροπής των ιδιαίτερα βλαβερών συνεπειών τους.

Και επειδή, ο φόβος του εγκλήματος έχει πολύ σοβαρές συνέπειες σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο και μπορεί να «πιέσει» την αντεγκληματική πολιτική προς μη ορθολογικές επιλογές, θα πρέπει να ενταχθεί σε μια ολιστική στρατηγική πρόληψης του εγκλήματος και ενίσχυσης της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους κρατικούς θεσμούς.

Στο πλαίσιο αυτό, είναι αναγκαία η αξιοποίηση της υπάρχουσας επιστημονικής γνώσης και εμπειρίας μέσα από τη δημιουργία ειδικών συμβουλευτικών οργάνων που θα υποστηρίξουν τη χάραξη, εφαρμογή και αξιολόγηση ειδικών ‘σχεδίων δράσης’ με βραχυπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο χαρακτήρα και τα οποία θα εστιάζουν στο τρίπτυχο: πρόληψη-ποινική δικαιοσύνη-σωφρονιστική/ενταξιακή πολιτική.

Για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός απαιτείται εμπέδωση μιας «κουλτούρας συνεργασίας» μεταξύ αρμόδιων θεσμικών φορέων, κατάλληλος συντονισμός, λογοδοσία και αξιολόγηση. Τίποτα, όμως, από όλα αυτά δεν θα επιτευχθεί όσο συνεχίζεται η «πολιτικοποίηση» του εγκλήματος, μέσα από τη δημιουργία εντυπώσεων για την ύπαρξη «άμεσων λύσεων», οι οποίες (πρέπει να) υπάρχουν. Και στην κατεύθυνση αυτή η ευθύνη ανήκει σε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Με άξονα τα παραπάνω μπορεί να θεμελιωθεί η πεποίθηση ότι η ασφάλεια και η ελευθερία είναι αλληλένδετα και αδιαπραγμάτευτα δικαιώματα των πολιτών.

* Η Χριστίνα Ζαραφωνίτου είναι καθηγήτρια Εγκληματολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Copyright © 2019 LawAndOrder.gr

iblogo