Εναρξη ελληνο-τουρκικού διαλόγου: Κρίσιμη περίοδος μέχρι τον Μάρτιο του 2021

Θανάσης Αργυράκης 13-01-2021 18:10 Τελευταία ενημέρωση: 13-01-2021 18:10
Εναρξη ελληνο-τουρκικού διαλόγου: Κρίσιμη περίοδος μέχρι τον Μάρτιο του 2021
Ο διεθνής Τύπος σημειώνει ότι το 2021 δεν αποκλείεται να αποδειχθεί χρονιά θεαματικών εξελίξεων στις σχέσεις Δύσης-Τουρκίας

Ως ευκαιρία για να ξαναπάρουν οι ΗΠΑ και η ΕΕ στην «αγκαλιά» τους τον Ερντογάν, ο οποίος τα προηγούμενα χρόνια «λοξοκοίταζε» προς άλλες κατευθύνσεις, βλέπει σημαντική μερίδα του Δυτικού Τύπου το νέο ξεκίνημα του ελληνο-τουρκικού διαλόγου.

Η είδηση της επανέναρξης των διερευνητικών επαφών Ελλάδας-Τουρκίας προβάλλεται σε μεγάλο βαθμό από τον διεθνή Τύπο, και ιδιαίτερα τον γερμανικό και τον αγγλο-σαξωνικό, ο οποίος σχολιάζει ότι, σε συνδυασμό με την «επίθεση φιλίας» του Ερντογάν προς την ΕΕ, καθώς και την αλλαγή της αμερικανικής ηγεσίας, το 2021 δεν αποκλείεται να αποδειχθεί χρονιά θεαματικών εξελίξεων στις σχέσεις Δύσης-Τουρκίας.

«Γέφυρα» ο ελληνο-τουρκικός διάλογος

Η γερμανική εφημερίδα, Handelsblatt, ούτε λίγο ούτε πολύ παρουσιάζει την έναρξη του ελληνο-τουρκικού διαλόγου ως την πρώτη «γέφυρα» επαναπροσέγγισης της ΕΕ με την Τουρκία.

«Το γεγονός ότι ο Ερντογάν και η επικεφαλής της Κομισιόν, Ούρσουλα Φον Ντερ Λαϊεν, είχαν πρόσφατα τηλεφωνική συνομιλία αποτελεί ικανοποιητική ένδειξη», γράφει.

Και προσθέτει: «Η Άγκυρα και η Αθήνα έχουν τώρα τη δυνατότητα να το αποδείξουν. Εάν υπάρξει επιτυχία, ο δρόμος θα ανοίξει για περαιτέρω διαπραγματεύσεις με τη Δύση».

Κατά την γερμανική εφημερίδα, «για το Βερολίνο, τις Βρυξέλλες και την Ουάσιγκτον, η νέα χρονιά προσφέρει την ευκαιρία να προσδέσουν, τουλάχιστον εν μέρει, έναν εταίρο που θεωρείτο ότι είχε χαθεί». Την Τουρκία.

Με την εκλογή του Τζο Μπάιντεν ως προέδρου των ΗΠΑ, σημειώνει η Handelsblatt, «η Δύση δημιουργεί και πάλι ένα ισχυρότερο αντίβαρο έναντι της Ρωσίας».

Ταυτόχρονα, και «άλλοι παράγοντες αφήνουν να διαφανεί ότι το 2021 θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για να επανεξετάσει η Αγκυρα την επιθετική εξωτερική πολιτική της».

Ωστόσο, όλα αυτά καθώς και το ότι «η τουρκική ηγεσία, υπό τον Ερντογάν, πραγματοποιεί διπλωματική στροφή προς την Ευρώπη», όπως αναφέρει η εφημερίδα, «δεν σημαίνουν ότι η επαναπροσέγγιση της Άγκυρας με τη Δύση θα επέλθει από μόνη της.

Δεν θα υπάρξει επαναπροσέγγιση χωρίς πίεση. Ομως, οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να σκεφτούν πολύ καλά πόσο πολύ μπορούν να πιέσουν. Οι κυρώσεις ενδέχεται να πονέσουν βραχυπρόθεσμα. Μακροπρόθεσμα θα οδηγήσουν την Τουρκία να προσανατολιστεί αλλού».

Απομόνωση Ελλάδας και Κύπρου

Πάντως, δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι, μέχρι τον Μάρτιο του 2021, οπότε θα πραγματοποιηθεί η νέα Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ, δεν πρέπει να αποκλειστούν και νέες επιθετικές ενέργειες εκ μέρους της Τουρκίας.

Ωστόσο, προς το παρόν, κοινή εκτίμηση είναι ότι οι επόμενοι τρείς μήνες θα είναι μάλλον περίοδος σχετικής ηρεμίας, δεδομένου ότι η Αγκυρα, ενόψει της Συνόδου Κορυφής του Μαρτίου, θέλει να δείξει στη Δύση ότι είναι το «καλό παιδί» και ότι οι «αδιάλλακτοι» είναι η Αθήνα και η Λευκωσία.

Πρόκειται για μια τακτική που οικοδομεί με ιδιαίτερη ένταση το τελευταίο διάστημα η Άγκυρα, με στόχο να απομονώσει περαιτέρω την Ελλάδα και την Κύπρο, και να αποκτήσει ελεύθερο πεδίο στα διμερή «παζάρια» της με τις Βρυξέλλες. Κάτι που, εδώ και καιρό, βρίσκει αρκετά ευήκοα ώρα στην ΕΕ.

Εξάλλου, έχουν καταστεί, πλέον, ολοφάνερες οι προσπάθειες της Άγκυρας να αποκόψει το θέμα των επιθετικών ενεργειών της απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο, καθώς και στην ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο, από την ατζέντα των ευρω-τουρκικών σχέσεων.

Πολύ περισσότερο, να πείσει την ΕΕ ότι δεν αξίζει να «υπερασπίζεται» τα δύο κράτη-μέλη της, και να επιδεικνύει έστω λεκτική αλληλεγγύη στην Ελλάδα και την Κύπρο, όταν έχει να κερδίσει πολύ περισσότερα από τις ευρω-τουρκικές σχέσεις.

Επώδυνος εναγκαλισμός

Οι Financial Times, σε δημοσίευμά τους με τίτλο «το μεγάλο παιχνίδι του Ερντογάν - το τουρκικό πρόβλημα στο κατώφλι της ΕΕ», σημειώνουν ότι, παρά τη μακρά περίοδο υποτροπή στις σχέσεις Δύσης-Τουρκίας, «οι αμοιβαίες εξαρτήσεις» δείχνουν ότι «καμία πλευρά δεν είναι έτοιμη για μια πλήρη ρήξη». Γεγονός που τις αφήνει τη Δύση και την Τουρκία «σε έναν επώδυνο εναγκαλισμό».

Η εφημερίδα επισημαίνει ότι ο Ερντογάν «έχει κάνει στροφή, υϊοθετώντας έναν πιο συμφιλιωτικό τόνο τις τελευταίες εβδομάδες, εν μέρει προκειμένου να προσελκύσει ξένα κεφάλαια, ώστε να τονώσει την εξασθενημένη οικονομία της χώρας του». Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το ότι «χαιρέτισε την επανέναρξη συνομιλιών με την Ελλάδα, λέγοντας ότι θέλει μια «θετική ατζέντα» στις σχέσεις Τουρκίας-Βρυξελλών».

Ωστόσο, πολλοί διπλωμάτες, παρατηρούν οι Financial Times, «εκφράζουν αμφιβολίες για το αν πρόκειται για ουσιαστική αλλαγή. Ένας εξ αυτών είπε ότι αναμένει μια πιο επιθετική προσέγγιση από τον Tούρκο πρόεδρο πριν τον Μάρτιο».

Επίσης, Ευρωπαίος διπλωμάτης, μιλώντας στην εφημερίδα, ανέφερε πως «εάν το ήθελε πραγματικά ο Ερντογάν, θα μπορούσε να κάνει περισσότερα» προς την κατεύθυνση της εξομάλυνσης της κατάστασης. «Το γνωρίζουμε όλοι καλά», πρόσθεσε.

Διεθνές Δικαστήριο Χάγης

Κατά την Handelsblatt, η επανέναρξη των ελληνο-τουρκικων συνομιών απομάκρυνε τον υπαρκτό, σύμφωνα με την εκτίμησή της, κίνδυνο ενός πολέμου μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας.

Επίσης, από τις διερευνητικές επαφές Ελλάδας-Τουρκίας δεν αποκλείει να συμφωνηθεί τελικώς η προσφυγή στο διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Ωστόσο, εκτιμά πως οι διερευνητικές συνομιλίες «δεν πρέπει να αναμένεται ότι θα οδηγήσουν σε γρήγορα αποτελέσματα».

Εκτός αυτού, παρατηρεί, ότι Ελλάδα και Τουρκία έχουν διαφορετική ατζέντα. Κάτι που κάνει δύσκολη την επίτευξη συμφωνίας.

«Ήδη η ημερήσια διάταξή τους -γράφει- αμφισβητείται: Ενώ η Ελλάδα κάνει λόγο για «διερευνητικές συνομιλίες» που θα αφορούν αποκλειστικά και μόνον τις οικονομικές ζώνες, η Τουρκία επιδιώκει διαπραγματεύσεις για όλο το φάσμα των διμερών ζητημάτων. Σε αυτά συγκαταλέγεται κυρίως το καθεστώς 23 ελληνικών νησιών, τα οποία θα πρέπει, σύμφωνα με την Τουρκία, να αποστρατιωτικοποιηθούν. Θέμα για το οποίο η Ελλάδα απορρίπτει κατηγορηματικά κάθε συζήτηση».

Αν, όμως, φτάσει το θέμα στο διεθνές Δικαστήριο, υπογραμμίζει η εφημερίδα, «και οι δύο πλευρές θα ήταν υποχρεωμένες να κάνουν παραχωρήσεις.

Η Αθήνα, για παράδειγμα, διεκδικεί ΑΟΖ 40.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων για το Καστελλόριζο, το οποίο έχει μέγεθος μόλις 12 τετραγωνικά χιλιόμετρα και βρίσκεται δύο χιλιόμετρα μακριά από τις νότιες τουρκικές ακτές. Είναι πολύ απίθανο η Ελλάδα να επιβάλλει αυτήν την μαξιμαλιστική της αξίωση στο Διεθνές Δικαστήριο.

Αντίθετα, είναι αμφίβολο εάν το δικαστήριο θα παραχωρούσε στην Τουρκία το δικαίωμα εκμετάλλευσης φυσικών πόρων νοτίως της Κρήτης».

Γερμανικός κατευνασμός

Οσον αφορά τις κυρώσεις, οι Financial Times τονίζουν ότι ήταν «η Ανγκέλα Μέρκελ που έχει παίξει κρίσιμο ρόλο στην αποτροπή της ολικής ρήξης μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας», λόγω του Μετανστευτικού, των μεγάλων συμφερόντων που έχουν γερμανικές εταιρείες στην Τουρκία, καθως και του μεγάλου πληθυσμού τουρκικής καταγωγής που ζει στη Γερμανία.

Ωστόσο, σημειώνουν, «σημαντική θα είναι η στιγμή όταν η Μέρκελ θα αναχωρήσει από την καγκελαρία και το ερώτημα που τίθεται είναι εάν ο διάδοχός της και άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες θα εξακολουθήσουν να νιώθουν ότι ο δεσμός με την Τουρκία του Ερντογάν έχει τόση στρατηγική σημασία που δεν πρέπει να σπάσει».

Μάλιστα, Γερμανός παράγων, δείχνοντας πως βλέπει το Βερολίνο την Τουρκία, ανέφερε στην εφημερίδα: «Αυτή η κυβέρνηση (σ.σ. Ερντογάν) δε θα είναι στην εξουσία για πάντα. Ίσως τα πράγματα αλλάξουν μετά, ίσως όχι. Αλλά η Τουρκία θα είναι πάντα πολύ σημαντική και δε θέλουμε να τη χάσουμε».

Επιπλέον, η γερμανική εφημερίδα, Handelsblatt, επισημαίνει ότι σήμερα, απέναντι στην Τουρκία, «η ΕΕ δεν έχει ενιαία γραμμή».

Και προσθετει: «Οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων διαβεβαιώνουν την Ελλάδα και την Κύπρο για την αλληλεγγύη τους και απειλούν την Τουρκία με κυρώσεις, εάν συνεχίσει τις -όπως λένε- «παράνομες» έρευνες. Επί του θέματος αυτού, βέβαια, θα μπορούσε να έχει ληφθεί απόφαση τον Δεκέμβριο.

Αλλά την ώρα που, εκτός από την Ελλάδα και την Κύπρο, η Γαλλία και η Αυστρία ζητούν επίσης κυρώσεις σε βάρος της Τουρκίας, είναι κυρίως η Γερμανία που «πατάει το φρένο». Η καγκελάριος επιδιώκει τον διάλογο με την Τουρκία, εξαιτίας του φόβου για νέες διαμάχες με τον Ερντογάν στο Μεταναστευτικό».

Κυρώσεις - τουρκική ματιά

Οπως και να 'χει, το βέβαιον είναι ότι η Ευρώπη δεν έστειλε εγκαίρως τα απαραίτητα μηνύματα προς την Τουρκία να πάψει να λειτουργεί επιθετικά.

Μάλιστα, δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν ότι, ακολουθώντας την τακτική του κατευνασμού της Αγκυρας, η Ευρώπη, αντικειμενικά έφρασε στο σημείο να αυτοπαγιδευτεί και να είναι αναγκασμένη τώρα να χρησιμοποιήσει το «όπλο» των κυρώσεων.

«Το πιο πιεστικό δίλημμα για την ΕΕ -γράφουν οι Financial Times- είναι αν η ΕΕ θα πρέπει να λάβει σκληρότερα μέτρα στην Τουρκία» για τις επιθετικές πρακτικές της στην Ανατολική Μεσόγειο.

«Ακόμα και η αξιωματική αντιπολίτευση στην Τουρκία, το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP), τάσσεται ενάντια.

Ο Ουναλ Σεβικόζ (Unal Cevikoz), σύμβουλος του αρχηγού του CHP σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, υποστηρίζει ότι οι Βρυξέλλες θα έπρεπε να είχαν δράσει πολύ νωρίτερα, όχι σε επίπεδο κυρώσεων, αλλά για να στείλουν μήνυμα στην Τουρκία ότι αυτό δεν πάει καλά. Αυτό δεν έγινε και τώρα είναι αναγκασμένοι να λάβουν σκληρότερα μέτρα».

Ο ίδιος είπε, επίσης, ότι «έχει προτρέψει Ευρωπαίους διπλωμάτες να μην λάβουν σκληρότερα μέτρα, διότι αυτό θα «κάνει την Τουρκία να απομακρυνθεί περισσότερο από την Ευρώπη».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Copyright © 2019 LawAndOrder.gr

iblogo