Ας μιλήσουμε για lockdown3, κυρίες και κύριοι

Βίκυ Ψυχογιού 04-01-2021 19:19
Ας μιλήσουμε για lockdown3, κυρίες και κύριοι
Σήμερα αποφάσισα να σας διηγηθώ, με τον ίδιο τρόπο που θα σας έλεγα ένα πρωτοχρονιάτικο παραμύθι,  την καθημερινή ιστορία μιας λέξης που ταλανίζει σχεδόν ένα χρόνο ολόκληρη την υφήλιο

Ξύπνησα βαριά και μελαγχολικά. Ο καταιγισμός των ευχών των ημερών, οι πρόσφατοι θούριοι του Ρήγα γι’ αυτή τη ρημαδιασμένη την ώρα ελεύθερης ζωής, τα μηνύματα για καλή λευτεριά ή/και καλό βόλι βουίζουν ακόμα στ’ αφτιά μου και παραδόξως έφτασα στο σημείο να προσδοκώ μέχρι και το «ραντεβού στα γουναράδικα». Αρκεί να μπορέσω επιτέλους να βγω!
Κοίταξα τα ταλαιπωρημένα άβαφα νύχια μου και με την ίδια λαχτάρα που η Αρετούσα περίμενε να ακούσει το τραγούδι του αγαπημένου της, τηλεφώνησα σε κατάσταση πανικού στη Μαριάννα για την καθιερωμένη περιποίηση.
-Είμαι κλεισμένη, αγάπη. Από βδομάδα. Αν θέλεις, σου στέλνω την Αγγέλα για βαφή, αλλά από Πέμπτη.
Γελάω δυνατά και μονολογώ: Lockdown 3 σου λένε ύστερα και κουραφέξαλα.


Ας μη γελιόμαστε. Κατά βάθος μπορεί και να μας αρέσουν οι απαγορεύσεις, γιατί μας αρέσει να μας υπαγορεύεται να αντιδράσουμε και να κάνουμε ό,τι μας γουστάρει, σκέφτηκα, αλλά είναι ακόμα πρωί και δεν έχω καμία διάθεση να αναλύσω τις ψυχολογικές προεκτάσεις αυτής της καθ’ υπαγόρευσιν επανάστασης... άλλη φορά..

‘Επιασα το κινητό και έστειλα [2] για να βγω για τσιγάρα.
Το μίνι μάρκετ της γειτονιάς μου είχε στολιστεί γιορτινά και καλωσόριζε τους πελάτες τους με rock μπαλάντες.
Αγόρασα το αιώνιο πάθος μου, πήρα κι έναν καπουτσίνο grande χωρίς ζάχαρη και κατευθύνθηκα στο παρκάκι για να απολαύσω τη μυρωδιά της βροχής.

Και.. ξαφνικά αισθάνθηκα πως ήμουν ο μοναδικός ηλίθιος επιζών σ’ έναν κόσμο ευρηματικών ατόμων.

Ο θηλυκός Τομ Χάνκς που ναυάγησε με τα κουρέλια του στην Ψαρρού.

Όλος ο κόσμος έξω, κι εγώ σαν τον δραπέτη του Αλκατράζ να προσπαθώ να καταλάβω τι στο καλό συμβαίνει.
Η μισή γειτονιά απολάμβανε το πρωινό καφεδάκι της αραγμένη στα παγκάκια, στα πεζούλια, στα σκαλάκια... έστηνε πηγαδάκια κι άνοιγε λάκκους για τις άπλυτες φανέλες του Τσιόδρα και τα ιδρωμένα μουστάκια του Χαρδαλιά, εκσφενδόνιζε με την ευστοχία του Αντετοκούμπο τα λιγδωμένα σακουλάκια από τυρόπιτες στα υπερχειλισμένα καλάθια σκουπιδιών, έφευγε βιαστικά γιατί την κάλεσαν από το γραφείο, έκανε διάλειμμα από την ψυχοφθόρα τηλεργασία, έδινε ραντεβού για το απόγευμα, για το βράδυ δίπλα στο τζάκι, πήγαινε... ερχότανε... έβαζε κι έβγαζε τη μάσκα για να μπορέσω να διαβάσω τα χείλη της, επειδή είμαι κωφάλαλη...

Τόσο ενδιαφέρον πρωινό είχα χρόνια να ζήσω.

Ντροπή μου, αλλά δεν έφυγα.
Έπιασα την κουβέντα με την Κατερίνα και την αδελφή της, που χώρισε πρόσφατα τον Μάκη και είχε τις μαύρες της, και είπαμε να πάμε για σουβλάκια, για να πάνε κάτω τα φαρμάκια, στον Άλιμο. Στείλαμε ξανά [2], σιγά μη δεν έχει σούπερ μάρκετ κοτζαμάν Άλιμος, και αράξαμε σε άλλο πάρκο με δυο σακούλες μπύρες.
Και επειδή η κραιπάλη θέλει το μέτρο της, αφού ρευτήκαμε τζατζίκια και τυροκαφτερές, τηλεφωνήσαμε στη Νίκη, που μας έκανε πιλάτες πρόπερσι, για να χάσουμε καμιά θερμίδα.
Και ως νομοταγείς πολίτες, στείλαμε [4] και ξεκινήσαμε κομβόι για Άνω Βούλα.

Η Νίκη χάρηκε πολύ που μας είδε. Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε, γυμναστήκαμε, ήπιαμε τους καφέδες μας, διαβάσαμε και το φλιτζάνι και είδαμε πως ο δρόμος του lockdown είναι μακρύς και δύσβατος, γι’ αυτό καλέσαμε την Σοφία που είναι φυσικοθεραπεύτρια και κάναμε ένα full body μασάζ για να χαλαρώσουμε από την πίεση της κλεισούρας.

Κι έτσι αθώα, σαν λευκή περιστερά, με τους ώμους να γλιστρούν ακόμα από τα λάδια του μασάζ, φόρεσα το μπουφανάκι μου, φίλησα σταυρωτά τις φίλες μου, έστειλα [4], αλλά με τη διεύθυνση της μάνας μου αυτή τη φορά, κι έφυγα βιαστικά απ’ τους παραδρόμους και άνοιξα στη διαδρομή το ραδιόφωνο για να ακούσω τα κρούσματα.

Έφτασα σπίτι και πάρκαρα στα σκοτεινά.
Είχε ένα μουντό, ευχάριστο ψιλόβροχο, που σε κάνει να μη θες να βάλεις το κλειδί στην εξώπορτα.
Έβαλα ένα αδιάβροχο και πήρα το λουρί του σκύλου που κρυβόταν πίσω από τον καναπέ απεγνωσμένος.
- Θέλεις, δεν θέλεις, θα κατουρήσεις, αγόρι μου, του ψιθύρισα επιτακτικά και τηλεφώνησα στη Μαρία.
- Πού είσαι;
- Στο γνωστό...

- Πάρε απ’ το περίπτερο μπριζεράκια κι έρχομαι.


Και πήγα. Και ξαναπήγα... Και εξόντωσα το έρμο το τετράποδο στον ποδαρόδρομο.

Και για όσους αναρωτιούνται, ακόμα έξω είμαι, αφού στο πάρκο με τους σκύλους συνάντησα την Βάσω με τον Πέτρο και είπαμε να το γιορτάσουμε μέρες που είναι με τσίπουρα δίπλα απ’ το τζάκι.

Γιατί το καλό lockdown3, αυτό που δεν ξέρω πότε ξεκίνησε γιατί δεν κατάλαβα ποτέ αν τέλειωσε το 2, σε κάνει να εκτιμάς τη θνητότητά σου.
Και έτσι, συνειδητά face a la mort και ψύχραιμα διαπιστώνεις πως το μόνο που θέλει είναι το σύστριγγλό του στα πάρκα και τις ομπρέλες των take away.

Τα λέμε το πρωί που με μήνυμα [6] θα γυρίσω για ύπνο.

Ή μήπως όχι, γιατί το ίδιο κάνετε κι εσείς που ξαφνικά συνειδητοποιήσατε πως όλα αυτά που θέλατε να κάνετε στη ζωή σας πρέπει να τα κάνετε τώρα που το lockdown3 υπαγορεύει τρόπο μιας συγκεκριμένης επανάστασης;

Μήπως _ λέω εγώ τώρα…__ μήπως…

TAGS

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Copyright © 2019 LawAndOrder.gr

iblogo