ΥΓΕΙΑ-ΔΙΑΦΘΟΡΑ: Το σκάνδαλο της Depuy, η άγνωστη δίκη και οι κατηγορίες-καταπέλτης για μίζες 11, 6 εκατ. ευρώ σε Έλληνες γιατρούς

Στη «σκιά» της Novartis, η εκδίκαση μιας άλλης υπόθεσης διαφθοράς με ανυπολόγιστη ζημιά για το ελληνικό Δημόσιο βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη .

Στη «σκιά» της ανακριτικής έρευνας για το αποκαλούμενο σκάνδαλο της Novartis, σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων η εκδίκαση μιας άλλης υπόθεσης διαφθοράς στο χώρο της υγείας. Οι δωροδοκίες της εταιρίας ορθοπεδικών ειδών Depuy σε Έλληνες γιατρούς εξετάζονται στο ακροατήριο, περίπου μια δεκαετία μετά την έναρξη των ερευνών στη Βρετανία και στη συνέχεια στην Ελλάδα.

Από τις έρευνες προέκυψε ότι σε Έλληνες ορθοπεδικούς δόθηκε από τα μαύρα ταμεία της εταιρίας συνολικό ποσό 11,6 εκατ. ευρώ για την προώθηση των προϊόντων της, ενώ η ζημία για το ελληνικό δημόσιο είναι ανυπολόγιστη. Στο εδώλιο κάθονται περισσότερα από 20 άτομα, ανάμεσά τους γιατροί, στελέχη της Depuy καθώς και εκπρόσωποι off-shore εταιριών μέσω των οποίων διακινούνταν το μαύρο χρήμα στο ΕΣΥ. Μεγάλα χρηματικά ποσά σε λογαριασμούς κατηγορουμένων (και) σε ελβετικές τράπεζες έχουν δεσμευθεί και θα τους αποδοθούν μόνο εάν απαλλαγούν αμετάκλητα.

Καταλυτική για την αποκάλυψη των παράνομων μεθόδων της Depuy ήταν η κατάθεση του διευθυντικού στελέχους της εταιρίας Ρόμπερτ Τζον Ντουγκάλ στις βρετανικές αρχές. Το πρόσωπο αυτό ξεδίπλωσε με αλλεπάλληλες καταθέσεις του στους Βρετανούς – διαβιβάστηκαν όλες στις ελληνικές δικαστικές αρχές- τη «μεθοδολογία» που ακολούθησε η Depuy στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, η εταιρία υπερτιμολογούσε τα προϊόντα της κατά 35%. Από το ποσοστό αυτό, το 20% διατίθεντο στους γιατρούς ως «αμοιβή» για την προτίμηση που έδειχναν στα προϊόντα της και με το υπόλοιπο 15% συντηρούνταν ο μηχανισμός διακίνησης του χρήματος (λογιστές, δικηγόροι κ.λπ. που είχαν ιδρύσει εταιρίες off shore).

Τι κατέθεσε το διευθυντικό στέλεχος της εταιρίας 

«Η πρακτική της πληρωμής δώρων ή ανταμοιβών σε ορθοπεδικούς χειρουργούς στο ελληνικό σύστημα δημόσιας υγείας σε σχέση με την προμήθεια ορθοπεδικών προϊόντων ήταν, και πιστεύω ότι είναι ακόμη, ενδημική» είχε αναφέρει στην κατάθεσή του το επιτελικό στέλεχος της Depuy, κ. Ντουγκάλ. «Όπως το είχα αντιληφθεί το επίπεδο των κονδυλίων που διατίθετο για τους σκοπούς αυτούς από όλους τους κατασκευαστές ορθοπεδικών προϊόντων οι οποίοι επέλεγαν να δραστηριοποιηθούν στην Ελλάδα, ανέρχονταν σε τουλάχιστον 20% επί της αξίας των πωλήσεων προς τελικούς χρήστες» ανέφερε στην κατάθεσή του, για να μιλήσει στη συνέχεια και για τη στάση που τηρούσαν οι ελληνικές κυβερνήσεις (2000-2005) για το θέμα: «οι τιμές των ορθοπεδικών προϊόντων στην Ελλάδα ήταν καθορισμένες σύμφωνα με έναν εθνικό τιμοκατάλογο συμφωνημένο με την ελληνική κυβέρνηση. Οι τιμές των προϊόντων αυτών ήταν διογκωμένες στην Ελλάδα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, περίπου στο διπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Είμαι βέβαιος ότι η ελληνική κυβέρνηση γνώριζε πως ένα σημαντικό τμήμα της τιμής που κατέβαλλε για ορθοπεδικά προϊόντα χρησιμοποιείτο από τους κατασκευαστές ή τους μεταπωλητές τους για την πληρωμή χειρουργών και περιοδικά επεδίωκε να επιβάλει μείωση τιμών ή και να θεσπίσει ένα ισχυρό αποτελεσματικό σύστημα μειοδοτικών διαγωνισμών με στόχο τη μείωση ή και την εξάλειψη των πληρωμών αυτών. Ωστόσο αυτές οι μειώσεις και το ισχυρό, αποτελεσματικό σύστημα μειοδοτικών διαγωνισμών είτε δεν εφαρμόστηκαν είτε δεν εφαρμόστηκαν αποτελεσματικά».

Πώς γίνονταν οι πληρωμές

Για δήθεν παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών η Depuy είχε ιδρύσει εταιρίες σε πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, μέσω των οποίων μοίραζε τις μίζες στους γιατρούς. Σύμφωνα με το βούλευμα, οι δωροδοκίες γίνονταν μέσω ενός πυκνού δικτύου off shore εταιριών – έχουν χαρτογραφηθεί τουλάχιστον 15 - έτσι ώστε να χάνονται τα ίχνη του μαύρου χρήματος. H πώληση προϊόντων της Depuy στην Ελλάδα γινόταν βάσει της από 19/9/1997 συμφωνίας διανομής μέσω της εταιρίας Medec SA, ιδιοκτησίας του Νικόλαου Καραγιάννη. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2000 τα προϊόντα της Depuy που διένειμε η Medec SA αντιπροσώπευαν το 26% της αγοράς ορθοπεδικών ειδών στην Ελλάδα. Βάσει άλλης σύμβασης που είχαν υπογράψει οι δύο εταιρίες η Depuy κατέβαλλε προμήθεια 35% για όλες τις πωλήσεις της Medec στην εταιρία Madison Management Limited η οποία επίσης ανήκε στον κ. Καραγιάννη. Όπως εξηγείται στο βούλευμα «μπορούσε ο κ. Καραγιάννης μετά την αφαίρεση εξόδων και λοιπών δαπανών να καταβάλλει χρηματικά κίνητρα ή άλλα δώρα-ανταμοιβές σε χειρουργούς στην ελληνική αγορά προκειμένου να χρησιμοποιούν τα προϊόντα της Depuy».

Η αρχή και οι εξελίξεις στη δίκη της Depuy

Οι παράνομες δωροδοκίες έφθασαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων της Αθήνας στις 8 Μαΐου του 2017. Με την έναρξη της διαδικασίας, 115 δημόσια νοσοκομεία ζήτησαν να παρασταθούν ως πολιτική αγωγή στη δίκη, υποστηρίζοντας ότι έχουν υποστεί ζημία από τις αθέμιτες πρακτικές της εταιρίας. 

Συνήγοροι των κατηγορουμένων αντέκρουσαν το αίτημά τους με το δικαστήριο να αποφαίνεται τελικά ότι δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής έχουν 20 δημόσια νοσοκομεία – ανάμεσά τους τα νοσοκομεία «Γ. Γεννηματάς», Παίδων Πεντέλης, «Άγιος Γεώργιος» Χανίων, «Βοστάνειο» Μυτιλήνης, «Παπαγεωργίου» Θεσσαλονίκης, Αντικαρκινικό «Μεταξά», ΚΑΤ, κ.ά. Την αρνητική πρωτιά στις μίζες έχει το ΚΑΤ, στα χειρουργεία του οποίου διακινήθηκε η μερίδα του λέοντος του μαύρου χρήματος, σχεδόν 1,5 εκατ. ευρώ, δηλαδή το 10% του συνόλου των μιζών.

Παράσταση πολιτικής αγωγής δήλωσε στη δίκη και το ελληνικό δημόσιο εκπροσωπούμενο διά του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ). Τη δίκη απασχόλησε και ένσταση του Βρετανού Ντουγκάλ ο οποίος μέσω των συνηγόρων του υποστήριξε πως δεν μπορεί να δικαστεί και στην Ελλάδα για τα ίδια αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε στη Βρετανία (διπλό αξιόποινο). Το δικαστήριο απέρριψε την ένστασή του.

Από την πλευρά τους, οι κατηγορούμενοι, δίνοντας το στίγμα της υπερασπιστικής τους γραμμής, αρνήθηκαν τις κατηγορίες προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι δεν υφίσταται ζημία του ελληνικού δημοσίου, με το επιχείρημα ότι αυτοί προμήθευαν τα δημόσια νοσοκομεία με τα υλικά βάσει της ανώτατης τιμής που ορίζονταν αρμοδίως κάθε φορά. Οι κατηγορούμενοι δικάζονται κατά περίπτωση για τα εξής αδικήματα: απάτη σε συνδυασμό με τις επιβαρυντικές διατάξεις του νόμου περί καταχραστών του δημοσίου, ενεργητική και παθητική δωροδοκία και ξέπλυμα μαύρου χρήματος.

Oι «μαύρες» τρύπες στις προμήθειες των υλικών

Εκμεταλλευόμενοι οι κατηγορούμενοι τα κενά στο σύστημα προμηθειών υλικών του ΕΣΥ που άφηνε ευρύ περιθώριο στους ενδιαφερόμενους από κάθε πλευρά, και των εταιριών και των δημόσιων λειτουργών, ενήργησαν εις βάρος του συστήματος υγείας και του ελληνικού δημοσίου. Σύμφωνα με το βούλευμα, «το σύστημα προμηθειών στα ελληνικά νοσοκομεία μέχρι το 2001 βασιζόταν σε μειοδοτικούς διαγωνισμούς, δηλαδή κάθε νοσοκομείο προκήρυσσε διαγωνισμό για την προμήθεια των ειδών που χρειαζόταν και κατακύρωνε τον διαγωνισμό στους μειοδότες. Από το 2002 ίσχυε η απευθείας ανάθεση με διατίμηση των ορθοπεδικών ειδών, δηλαδή προβλεπόταν μια ανώτατη τιμή για πώληση. Και στα δύο συστήματα, ωστόσο, στα μεγάλα νοσοκομεία ουσιαστικά λειτουργούσε η πράξη της παρακαταθήκης. Για τεχνικούς λόγους η εταιρία τοποθετούσε σε ειδικούς χώρους του νοσοκομείου είδη τα οποία δεν είχε πουλήσει. Ο γιατρός κατά τη διαδικασία της επέμβασης χρησιμοποιεί μέρος των υλικών, τα καταγράφει, γίνεται παραγγελία στον προμηθευτή, εκδίδεται δελτίο αποστολής στο νοσοκομείο και το νοσοκομείο όταν έχει χρήματα πληρώνει».

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ